Πολλές φορές πολλοί με ρωτούν το πως πρέπει να ταξιδεύουν για να είναι γρήγοροι. Προσπαθώ να δαγκώσω τη γλώσσα μου την ώρα που αυθόρμητα μου βγαίνει να τους πω κάτι όπως «με την αίσθηση» για να καταλάβω μετά ότι αυτό δεν έχει καμία εκπαιδευτική ή χρηστική αξία…
Ένα πρώτο πράγμα που πρέπει κανείς να πει, για να ξεκινήσουμε όλοι να μιλάμε την ίδια γλώσσα είναι το αυτό: ο τιμονιέρος είναι εκεί για να ξεζουμίζει το σκάφος και από το τελευταίο δέκατο του κόμβου που έχει να δώσει. Αν ξεκινήσει να κοιτάζει το σκάφος που έρχεται, το σχοινί που είναι μπλεγμένο, την αλλαγή που δεν πήραμε, το κινητό του, ή ακόμα χειρότερα να συμμετέχει στη κουβέντα του πλωριού για το πως θα κάνει την αλλαγή πανιού που είπαμε να γίνει, λογικά δεν κάνουμε αγώνα. Ούτε καν προπόνηση γιατί και εκεί αναπτύσσονται συνήθειες κακές. Ευτυχώς όμως αναπτύσσονται και καλές…για όσους προπονούνται.
Όταν ταξιδεύουμε ένα σκάφος πρακτικά βάζουμε φορτίο στη λαγουδέρα. Κάποια στιγμή το σκάφος γέρνει περισσότερο και το επιπλέον φορτίο αυτό μας έρχεται στη λαγουδέρα. Στη φάση αυτή ο τιμονιέρος είτε αντιμάχεται το επιπλέον αυτό φορτίο ώστε να συνεχίσει το σκάφος να πηγαίνει ευθεία, είτε κάνει ανεβάσματα και ποδίσματα ανάλογα με το τι χρειάζεται να γίνει εκείνη τη στιγμή. Βασικό πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι κάθε τιμονιά μεταφράζεται σε φρένο κάτω από την ίσαλο. Πολύ φρένο… Όσο πιο μεγάλο το σκάφος, τόσο μεγαλύτερες οι δυνάμεις και τόσο πιο σημαντικό το να υπάρχει άψογη συνεργασία του τιμονιέρου με το υπόλοιπο πλήρωμα. Ο τιμονιέρος -που έχει την αίσθηση- είναι ο «μαέστρος» που θα οδηγήσει την ορχήστρα για τη «μουσική» που θα παίξει. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει ο τιμονιέρος να «τσακώνεται» με το σκάφος. Αν τσακώνεται το πιθανότερο είναι ότι κάτι στραβό υπάρχει στο setup του σκάφους. Βάρος πληρώματος σε λάθος θέση; Τριμ πανιών; Rake καταρτιού; Είναι η ώρα να ψαχτούμε με δημιουργική κουβέντα και μικρό πειραματισμό. Ακόμα και όλα σωστά να είναι, τα σκάφη, ειδικά τα μεγάλα, έχουν κάποια αδράνεια. Τα αφήνουμε να πηγαίνουν εκεί που θέλουμε και τα σταματάμε μόνο όταν πηγαίνουν εκεί που δεν θέλουμε. Και αυτό όχι απότομα.
Κάτι πολύ σημαντικό είναι το να μπορούμε να κάνουμε εύκολα ταχύτητα. Και λέγοντας ταχύτητα δεν εννοούμε την μέγιστη που μπορεί να δώσει το σκάφος αλλά «εύκολη». Και μετά να ψάχνουμε τη μέγιστη. Αν ταξιδεύουμε με πολύ flat πανιά, κλειστό αετό και πολλές εντάσεις στην αρματωσιά, το σκάφος είναι πολύ «απόλυτο» και το περιθώριο που έχουμε στο ταξίδεμα ελάχιστο. Αντίθετα, setup με περισσότερο twist, πιο full πανιά και ίσως πιο χαλαρή αρματωσιά μας δίνει ένα πολύ μεγαλύτερο εύρος να κινηθούμε στο ταξίδεμα και σίγουρα να λειτουργήσουμε με πολύ λιγότερο άγχος. Αν τρέχουμε σε ένα στίβο με 100 άλλα σκάφη πρέπει να μπορούμε να πάρουμε πανιά και να βρούμε το βασικό μας γκάζι άμεσα. Εκεί είναι που χρειάζεται να κάνουμε «εύκολη ταχύτητα». Πρέπει να μάθουμε το σκάφος μέσα από προπόνηση ώστε αμέσως να το στήνουμε σχετικά. Αν τρέχουμε match racing και «συστηθήκαμε» με το σκάφος που μας παρέχει η διοργάνωση λεπτά πριν ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για την εκκίνηση τότε προσπαθούμε να κρατάμε συνέχεια το σκάφος με δύναμη: Γεμάτα πανιά, twist, κλπ. Και μέχρι να το μάθουμε (που μέχρι να τελειώσουν οι αγώνες θα το έχουμε μάθει) μικρή προσπάθεια για γωνία. Γκάζι και πάλι γκάζι.
“A fast boat makes the perfect tactitian” λένε κάποιοι. Ισχύει. Όμως μέσα στο στίβο, αν και αυτό το άρθρο είναι ωδή στη ταχύτητα, υπάρχουν και άλλα «modes» στα οποία πρέπει να βρεθούμε. Για παράδειγμα όταν θέλουμε να «τρέξουμε» ένα σιγόντο ώστε να βρεθούμε πιο γρήγορα στην επόμενη φάτσα την οποία θα στρίψουμε. Το ίδιο όταν θα θέλαμε να τοποθετηθούμε σε σχέση με κάποιο αντίπαλο σκάφος λίγο διαφορετικά ώστε να το ενοχλήσουμε ή να συνεχίσουμε να το ενοχλούμε. Όλο αυτό χρειάζεται επικοινωνία με το πλήρωμα ώστε όλοι να γνωρίζουν το mode που είμαστε ή που θέλουμε να είμαστε και να δουλεύουν για αυτό. Μάλιστα, σε μια συνθήκη που αλλάζει συνεχώς, είναι και η φάση που η συνεργασία αυτή μπαίνει σε δοκιμασία. Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι η φάτσα: Μπαίνουμε στη φάτσα και το σκάφος ισιώνει και ξεκινάει να χάνει ταχύτητα. Ο τιμονιέρος ποδίζει ως οφείλει γλυκά και λίγο. Πολλές φορές το σκάφος ξεκινά να επιταχύνει πάλι, ενώ πολλές φορές όχι. Εκεί οι περισσότεροι, σε απόγνωση, ποδίζουν και άλλο και το μόνο που γίνεται είναι να χάνουμε γωνία ενώ η ταχύτητα και πάλι δεν… Αντί για τη δεύτερη ποδισιά έπρεπε ο trimer της μαίστρας να δώσει μια μικρή ανάσα στη σκότα του και ο δρόμος θα έφτιαχνε αμέσως. Είναι όμως φάτσα; Γιατί αν απλά έχουμε μπει σε κόψιμο και νιώθουμε φάτσα στα πανιά μας γιατί ο φαινόμενος ήρθε μπροστά, το πόδισμα είναι χαμένα μέτρα. Είδικά σε σκάφη που έχουν μόνιμη καρίνα και αδράνεια, καλύτερα να πάμε ευθεία, να κάνει adjust το σκάφος στη νέα ταχύτητα με βάση τη νέα ταχύτητα ανέμου και τα ανεμοδούρια θα φτιάξουν μόνα τους χωρίς να πατήσουμε φρένο με την οποιαδήποτε τιμονιά και προφανώς χωρίς να χάσουμε το ύψος μας στο στίβο.
Για να φτιάξει κάποιος το ταξίδεμά του υπάρχουν πολλές ασκήσεις. Μια από αυτές που χρησιμοποιείται πολύ από προπονητές είναι το να ταξιδεύεις με κλειστά τα μάτια. Με αυτή την άσκηση μαθαίνεις να νιώθεις τη ταχύτητα, την κλίση, και γενικότερα να νιώθεις όλα όσα φιλτράρεις με την λογική. Να ακούς τον ήχο του σκάφους, να νιώθεις τον αέρα στο πρόσωπό σου, κλπ. Επίσης, με κλειστά τα μάτια μαθαίνεις να ταξιδεύεις και χωρίς τα ανεμοδούρια, τα οποία παρότι είναι φοβερό εργαλείο, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν δουλεύουν. Για παράδειγμα όταν βρέχει ή όταν φυσάει ελάχιστα. Στις περιπτώσεις αυτές είναι πολύ καλύτερο (αν δεν έχεις όργανα -που και αυτά μπορεί να λένε ψέματα) να μάθεις να βλέπεις την τάση που έχει το ύφασμα του φλόκου σου κοντά στο γραντί. Καλό είναι στη προπόνηση να ασχοληθείς να ταξιδέψεις βλέποντας μόνο αυτό.
Ένας καλός τιμονιέρος πρέπει επίσης να έχει περάσει από όλες τις θέσεις επάνω στο σκάφος και ειδικά από τις θέσεις των trimmer. Έτσι θα καταλαβαίνει τη «δυσκολία» της κάθε θέσης στην εκάστοτε συνθήκη και, αντί να περιμένει να τα κάνουν όλα τέλεια ώστε να ταξιδέψει το σκάφος όπως θέλει, να τους το κάνει εύκολο. Υπάρχουν περιπτώσεις που πρέπει κάποιος να σβερκώσει το σκάφος και να του πει τι θα κάνει όμως τις περισσότερες φορές πρέπει απλά να το κάνουμε να πηγαίνει το δυνατόν γρηγορότερα και να αποφεύγουμε την κατάχρηση του τιμονιού που την πληρώνουμε σε ταχύτητα. Ειδικά για μεγάλες περιόδους.
Παραπάνω δεν έχει χρησιμοποιηθεί ούτε μια φορά η λέξη “κυβερνήτης”. Μόνο “τιμονιέρος”. Γιατί αυτό είναι. Αν σταματήσει να είναι και ξεκινήσει να γίνεται και tactician, και trimmer και οτιδήποτε άλλο, το δρομόμετρο θα τον δικάσει. Κρατάει το τιμόνι και έχει το τελικό πρόσταγμα όμως δε μπορεί να τα κάνει όλα. Αν από την άλλη θέλει να παίξει έτσι, υπάρχουν πολλές κατηγορίες μονοθέσια για να αγωνιστεί. Που θα είναι και δίκαιο γιατί και οι αντίπαλοι θα είναι μόνοι τους επάνω στο σκάφος. Όσο θέλει να τρέχει με παρέα, χρειάζεται να χτίσει εμπιστοσύνη και ομάδα.